facebookgyoutubeg Instagram

18/6/2018 - 7/9/2018

T-FACTORY

Το Βιομηχανικό Μουσείο Τομάτας Δ. Νομικός σε συνεργασία με το Santorini Arts Factory-SAF σας προσκαλεί τη Δευτέρα 18 Ιουνίου και ώρα 20:00, στον εκθεσιακό χώρο του SAF, στη Βλυχάδα της Σαντορίνης στα εγκαίνια της έκθεσης T-FACTORY του εικαστικού φωτογράφου Χριστόφορου Δουλγέρη.
Στην έκθεση παρουσιάζονται έργα που έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια και αφορούν το σύνολο μιας ενότητας με θεματική τις μηχανές και τους βιομηχανικούς χώρους.

Ο Gérard A. Goodrow τονίζει: «Οι συνθέσεις του Χριστόφορου Δουλγέρη δεν είναι σε καμία περίπτωση αντικειμενικά και εξαντλητικά “φωτογραφικά ντοκουμέντα” με τη στενή έννοια του όρου, αλλά άκρως ποιητικά εγκώμια σε ένα παρελθόν, το οποίο υπηρετούν ως φόρο τιμής και προειδοποίηση ταυτόχρονα… Οι φωτογραφίες των καλυμμένων με σκόνη μηχανημάτων ανακαλούν, κατά έναν παράξενο τρόπο, πορτρέτα, όχι απαραίτητα μελών μιας οικογένειας ή κρατικών αξιωματούχων, αλλά μάλλον ηθοποιών σε κάποιο αρχαιοελληνικό δράμα… Σε αντίθεση, ωστόσο, με τις τραγωδίες της αρχαίας Ελλάδας, το δράμα που διαδραματίζεται στις φωτογραφίες του Δουλγέρη υπαινίσσεται ένα “αίσιο τέλος”, ανεξάρτητα από το πόσο μακριά, στο απώτερο μέλλον, αυτό μπορεί να συμβεί».
Οι Γιάννης Μπόλης και Δόμνα Γούναρη επισημαίνουν: «Η χρωματική καθαρότητα και ευκρίνεια, η συνθετική ακρίβεια, η στέρεη και μελετημένη χρήση της φόρμας, η ζωτικότητα και η σκηνογραφική πρακτική είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη φωτογραφική ενότητα του Χριστόφορου Δουλγέρη… Μηχανές –άλλοτε εκτός λειτουργίας με εμφανή τα σημάδια της φθοράς και της οριστικής εγκατάλειψής τους, και άλλοτε σύγχρονες και κραταιές, στην αιχμή της λειτουργίας τους, αυτόνομες ωστόσο, τις περισσότερες φορές, και ανεξάρτητες από την αλυσίδα παραγωγής όπου εντάσσονται– αναδύονται μνημειακές ως αναπάντεχες, μεταμοντέρνες “νεκρές φύσεις”, αρχαιολογικά ευρήματα ή σύγχρονα τεχνολογικά τεκμήρια μιας βιομηχανικής εποχής, ή, πάλι, ως δυναμικά φουτουριστικά γλυπτά, που διακρίνονται για την ισχυρή πλαστικότητα των όγκων και τις λάμψεις των μεταλλικών επιφανειών τους, την αυστηρή αρχιτεκτονική δομή και την γεωμετρία του σχεδιασμού τους».

Επιμέλεια έκθεσης: Gérard A. Goodrow, Δόμνα Γούναρη, Γιάννης Μπόλης

Διάρκεια έκθεσης: 18 Ιουνίου - 7 Σεπτεμβρίου 2018

Μέγας χορηγός της έκθεσης:
ΑΒΕΚ , Δ. Νομικός

 

Οι Φωτογραφίες του Χριστόφορου Δουλγέρη

 Οι Φωτογραφίες του Χριστόφορου Δουλγέρη 

Η σύγχρονή μας μετα-βιομηχανική κοινωνία της πληροφορίας –η οποία χαρακτηρίζεται, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, από το γεγονός ότι ο τομέας των υπηρεσιών της οικονομίας παράγει μεγαλύτερο πλούτο από τον τομέα της μεταποίησης– προφανώς έχει φθάσει στα όριά της. Και δυστυχώς είναι αδύνατον να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές σε εποχές οικονομικής κρίσης, όπως αυτή που βιώνει εδώ και αρκετά χρόνια η Ελλάδα. Ένα σύμπτωμα αυτής της τεράστιας κοινωνικής μετατόπισης είναι η αυξανόμενη αστικοποίηση, η οποία εγγενώς συνοδεύεται από μείωση και γήρανση του πληθυσμού στις αγροτικές περιοχές.

Ο Χριστόφορος Δουλγέρης γεννήθηκε στις Σέρρες, στη Βόρεια Ελλάδα το 1975. Οι Σέρρες είναι η πρωτεύουσα μιας επί το πλείστον αγροτικής περιφέρειας με έμφαση στον καπνό, τα σιτηρά και την κτηνοτροφία. Από τα τέλη του 20ού αιώνα έχει, επίσης, αναδειχθεί σε κέντρο παραγωγής κλωστοϋφαντουργικών και άλλων προϊόντων της μεταποίησης. Ως παιδί, ο Δουλγέρης μετακόμισε με την οικογένειά του στη γερμανική πόλη του Έσσεν. Η βορειοευρωπαϊκή κοινωνία που συνάντησε εκεί σε νεαρή ηλικία βρισκόταν στο μέσο ενός επώδυνου μετασχηματισμού, από μια κραταιά βιομηχανική οικονομία (βασιζόμενη κυρίως στον άνθρακα και τον χάλυβα) σε μια κοινωνία και οικονομία βασιζόμενες στις υπηρεσίες. Μεταξύ των «ηρώων» του εκείνη την εποχή ήταν εκπρόσωποι της λεγόμενης Σχολής Φωτογραφίας του Ντίσελντορφ, σπουδαστές των εννοιολογικών φωτογράφων Bernd και Hilla Becher, οι οποίοι, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, είχαν θέσει ως στόχο τη δημιουργία μιας εγκυκλοπαιδικής φωτογραφικής καταγραφής των ταχέως εξαφανιζόμενων μνημείων της βιομηχανικής κουλτούρας της περιοχής. Ως εκ τούτου, δεν είναι τυχαίο ότι ο Δουλγέρης θα σπούδαζε Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης και στη συνέχεια Φωτογραφία στο Camberwell College of Arts του Λονδίνου, δίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο το στίγμα για τη μελλοντική καριέρα του ως εικαστικού φωτογράφου, επικεντρωμένου σε κοινωνικά θέματα.

Το γεγονός ότι ο Χριστόφορος Δουλγέρης είναι πράγματι ένας καλλιτέχνης –και όχι απλώς ένας φωτογράφος με υπόβαθρο στην κοινωνιολογία– καθίσταται προφανές στην πιο πρόσφατη σειρά του με έγχρωμες εικόνες ανενεργών εργοστασιακών κτηρίων και σκονισμένου βιομηχανικού εξοπλισμού στο νησί της Σαντορίνης. Όπως και τα σχολικά κτήρια της ελληνικής επαρχίας, που αποτελούσαν το επίκεντρο της προηγούμενης δουλειάς του (The Schools Project), τα εργοστάσια της Σαντορίνης είναι «φάροι του ελληνικού πολιτισμού», πηγές βιοπορισμού για χιλιάδες κατοίκους του μικρού κυκλαδίτικου νησιού. Η οικογένεια Νομικού το έχει αναγνωρίσει αυτό, μετατρέποντας το παλιό εργοστάσιο «Δ. Νομικός» σε χώρο εκθέσεων και εκδηλώσεων σύγχρονης τέχνης. 

Παρότι, υπό μία έννοια, αποτελούν προϊόν «ανάθεσης», τα έργα αυτά δεν είναι σε καμία περίπτωση αντικειμενικά και εξαντλητικά «φωτογραφικά ντοκουμέντα» με τη στενή έννοια του όρου, αλλά άκρως ποιητικά εγκώμια σε ένα παρελθόν, το οποίο υπηρετούν ως φόρο τιμής και προειδοποίηση ταυτόχρονα. Ως θεατές βρισκόμαστε αντιμέτωποι με εικόνες βιομηχανικών χώρων και μηχανημάτων που, σε κάποιες περιπτώσεις, δεν έχουν χρησιμοποιηθεί για περισσότερα από σαράντα χρόνια. Αυτό το πέρασμα του χρόνου είναι ολοφάνερο στα βαριά στρώματα σκόνης που έχουν συσσωρευτεί, καλύπτοντας τα μηχανήματα, τους πάγκους εργασίας και τα γραφεία με μια μαλακή αλλά εύθραυστη κουβέρτα. Με αυτήν την έννοια, οι φωτογραφίες του Δουλγέρη μπορούν να θεωρηθούν ως σύγχρονες ερμηνείες της μακραίωνης παράδοσης των μοτίβων των memento mori και των vanitas, σε μεγάλη κλίμακα. Ο λατινικός όρος memento mori («θυμήσου τον θάνατο») στην Ιστορία της Τέχνης υποδηλώνει μια ηθικοπλαστική έννοια για τη θνητότητα, που ανάγεται στα χρόνια του Μεσαίωνα. Στον πυρήνα της εντοπίζεται η θνητή φύση όλων των υλικών αγαθών και επιδιώξεων, κυρίως δε της ματαιοδοξίας (δηλαδή της ματαιότητας) της επίγειας ζωής. Στα έργα του Χριστόφορου Δουλγέρη έχουμε ακριβώς αυτό. Δεν έχουμε να κάνουμε τόσο με εικόνες μιας, προ πολλού, χαμένης βιομηχανικής παράδοσης, αλλά πρωτίστως με τα αποδεικτικά στοιχεία του περάσματος του χρόνου, δηλαδή της παροδικότητας και της ματαιότητας όλων των ανθρώπινων προσπαθειών να σταματήσει ο χρόνος. Έστω και φωτογραφικά. «Το πέρασμα από τη ζωή στην αιωνιότητα», εξηγεί ο Δουλγέρης, «όπως επίσης η ιδέα του εφήμερου, το οποίο πάντα έχει μια ημερομηνία λήξης, είναι ιδέες που με έχουν βασανίσει...».

Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά μοτίβα των memento mori και των vanitas, οι εικόνες του Δουλγέρη –αν και προειδοποιήσεις πως και εμείς, επίσης, κάποια μέρα θα χαθούμε– είναι ηθικολογικές μόνο σε ορισμένο βαθμό. Ναι, πράγματι, επισημαίνουν την αρνητική πλευρά της λεγόμενης οικονομικής και κοινωνικής προόδου, αλλά η μεγαλύτερη δύναμή τους προέρχεται από το γεγονός ότι εκπέμπουν μια αίσθηση ελπίδας για το μέλλον –ή τουλάχιστον για το παρόν. Η μετατροπή ενός άψυχου εργοστασιακού χώρου σε εκθεσιακό χώρο για τη σύγχρονη τέχνη δεν είναι παρά μόνο ένα κορυφαίο παράδειγμα. Κατά μία έννοια, ο καλλιτέχνης με τις φωτογραφίες του, μας λέει ότι, αν και δεν μπορεί κανείς να σταματήσει τον χρόνο, μπορεί πράγματι να τον διαχειριστεί όσο καλύτερα γίνεται. Η ενυπάρχουσα προειδοποίηση στις εικόνες του Δουλγέρη είναι επομένως, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μια έκκληση στο carpe diem (άδραξε την ημέρα).

Οι φωτογραφίες των καλυμμένων με σκόνη μηχανημάτων ανακαλούν, κατά έναν παράξενο τρόπο, πορτραίτα, όχι απαραίτητα μελών μιας οικογένειας ή κρατικών αξιωματούχων, αλλά μάλλον ηθοποιών σε κάποιο αρχαιοελληνικό δράμα. Οι μηχανές απεικονίζονται στο φυσικό τους μέγεθος –ήδη εδώ έχουμε την αντίληψη, έστω και μόνο σημασιολογικά, ότι οι μηχανές είναι, κατά κάποιο τρόπο, «ζωντανές». Τα κουρελιασμένα, αδιάβροχα καλύμματα ριγμένα πάνω στις μεταλλικές μηχανές έχουν νοερά μετατραπεί σε μανδύες, φορεμένους από μεγάλες προσωπικότητες της Κλασικής Ελλάδας –την άλλοτε πολιτική, οικονομική και πολιτιστική πρωτεύουσα του γνωστού κόσμου και λίκνο του δυτικού πολιτισμού. Μας έρχονται στο μυαλό εικόνες από τους μεγάλους φιλόσοφους Πλάτωνα και Αριστοτέλη, αλλά και από τραγικές μυθολογικές φιγούρες όπως ο Οιδίποδας ή γενναίους ήρωες όπως ο Θησέας. Σε αντίθεση, ωστόσο, με τις τραγωδίες της αρχαίας Ελλάδας, το δράμα που λαμβάνει χώρα στις φωτογραφίες του Δουλγέρη υπαινίσσεται ένα «αίσιο τέλος», ανεξάρτητα από το πόσο μακριά, στο απώτερο μέλλον, αυτό μπορεί να συμβεί. Οι εικόνες των άψυχων εργοστασιακών κτηρίων και των σκεπασμένων με σκόνη μηχανημάτων μπορούν να αναγνωστούν ως μια ικεσία, ώστε να ακολουθηθεί το παράδειγμα της οικογένειας Νομικού και να πάρουμε τα πράγματα –και το ίδιο το μέλλον μας– στα χέρια μας, να ασχοληθούμε ενεργά με τη διαμόρφωση του μέλλοντος της δικής μας κοινωνίας.  Υπό αυτή την έννοια θυμίζουν τη λεγόμενη «Αρχή του Χριστού», την οποία ανέπτυξε ο Joseph Beuys στο Ντίσελντορφ τη δεκαετία του 1960 και αποτελεί τη βάση της Κοινωνικής Γλυπτικής του: «Σήμερα δεν ισχύει πλέον ότι ο Θεός θα βοηθήσει την ανθρωπότητα όπως στο Μυστήριο του Γολγοθά. Αντιθέτως, πρέπει αυτήν τη φορά η ίδια η ανθρωπότητα να πετύχει την Ανάσταση». Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι το πιο επιτυχημένο διαφημιστικό σλόγκαν της αμερικανικής εταιρείας αθλητικών ειδών Nike (η οποία, όχι τυχαία, έχει πάρει το όνομά της από τη θεά Νίκη της ελληνικής μυθολογίας) είναι το «Just do it!» («Απλά κάν’ το!»). Μια επίκληση που βρίσκεται και στο επίκεντρο των εικόνων του Χριστόφορου Δουλγέρη με τα καλυμμένα από σκόνη μηχανήματα και τα αχρηστευμένα εργοστάσια στο νησί της Σαντορίνης. Carpe diem! Για τη δική σας χάρη –όπως και για χάρη των πολυάριθμων «φάρων του ελληνικού πολιτισμού»!

 Gérard A. Goodrow 

 

Ένας κόσμος μηχανών

Ένας κόσμος μηχανών

Η χρωματική καθαρότητα και ευκρίνεια, η συνθετική ακρίβεια, η στέρεη, λιτή και μελετημένη χρήση της φόρμας, η ζωτικότητα και η, εμφανής και καθοριστική στο τελικό αποτέλεσμα, σκηνογραφική πρακτική είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη φωτογραφική ενότητα του Χριστόφορου Δουλγέρη, την οποία δουλεύει τα τέσσερα τελευταία χρόνια, με θέμα τους βιομηχανικούς χώρους, εργοστάσια και τον μηχανολογικό εξοπλισμό τους. Οι φωτογραφίες αυτής της ενότητας συγκροτούν μια ολοκληρωμένη πρόταση και μορφοποίηση, μια πολλαπλή σύνδεση εικόνων και καταστάσεων, μια καλλιτεχνική σύλληψη, ένα ενιαίο εικαστικό περιβάλλον, πρωτότυπο και ευρηματικό, καθηλωτικό και υπαινικτικό, πλούσιο και μεστό σε περιεχόμενο, συνδηλώσεις και πολλαπλές αναγνώσεις. Πρόκειται για εικόνες που απευθύνονται, επικοινωνούν και συνδιαλέγονται, επικαλούνται και αξιώνονται κάτι περισσότερο από το προφανές, επιβάλλονται με τη δύναμη και την εξαιρετική αισθητική τους. Μηχανές –άλλοτε εκτός λειτουργίας με εμφανή τα σημάδια της φθοράς και της οριστικής εγκατάλειψής τους, και άλλοτε σύγχρονες και κραταιές, στην αιχμή της λειτουργίας τους, αυτόνομες ωστόσο, τις περισσότερες φορές, και ανεξάρτητες από την αλυσίδα παραγωγής όπου εντάσσονται– αναδύονται μνημειακές και καταλαμβάνουν κυριαρχικά τον χώρο ως αναπάντεχες, μεταμοντέρνες «νεκρές φύσεις», ως αρχαιολογικά ευρήματα ή σύγχρονα τεχνολογικά τεκμήρια μιας βιομηχανικής εποχής, ή, πάλι, ως εκφραστικά φουτουριστικά γλυπτά, που διακρίνονται για την δυναμική ανάπτυξη, την ισχυρή πλαστικότητα των όγκων, τις λάμψεις των μεταλλικών επιφανειών τους, την αυστηρή αρχιτεκτονική δομή και την γεωμετρία του σχεδιασμού τους. Οι μηχανές αποκτούν τη δική τους αυτόνομη ζωή και απολογία, έναν νέο ρόλο μέσα από μια διαδικασία μετασχηματισμού, ανακατασκευής και «μεταμόρφωσης». 
Ο δημιουργός επεκτείνει ή υπερβαίνει την απλή καταγραφή και αποτύπωσή τους με στόχο τη σύνταξη ενός ολοκληρωμένου, συστηματικού και τεκμηριωμένου αρχείου (παρόλο που και αυτή η λειτουργία δεν αναιρείται και δεν παραβλέπεται).
Οι μηχανές αντιμετωπίζονται και απαθανατίζονται ως ιδιότυπα πορτραίτα ή μέλη του ανθρώπινου σώματος. Η ιδιαίτερη εικαστική ματιά και γραφή συνηγορεί προς αυτήν την κατεύθυνση, με τη συμμετρία και την ισορροπία της σκηνοθεσίας, τις γωνίες θέασης, την ειδική χρήση του φωτισμού, του χρώματος και τις πιο σύγχρονες και εξελιγμένες τεχνικές επεξεργασίας της εικόνας. 
Η ατμόσφαιρα και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτές οι μηχανές υπάρχουν, αλλά και οι γενικές απόψεις των εσωτερικών και εξωτερικών χώρων των εργοστασίων που τις φιλοξενούν, λαμβάνουν μια απροσδόκητη και αμφίσημη μεταφυσική και υπερρεαλιστική ένταση. Οι φωτογραφίες συντάσσουν αφηγήσεις για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, με τις έννοιες της ζωής, της δημιουργίας και του θανάτου, της τεχνολογικής εξέλιξης και της κρίσιμης και αμφιλεγόμενης σχέσης ανθρώπου-μηχανής, να διεκδικούν και να αναλαμβάνουν πρωταγωνιστική θέση, να τονίζουν, τις λιγότερο ή περισσότερο, εμφανείς συμβολικές αναφορές. Ακόμα και η πιο σύγχρονη, σήμερα, μηχανή σε έναν χρόνο, όχι πολύ μακρινό, θα ξεπεραστεί και θα εκπέσει σε αχρηστία. Και ακριβώς αυτήν την ιστορία έρχεται να πραγματευτεί το σώμα των φωτογραφιών του Χριστόφορου Δουλγέρη, μέσα από την ιδιαίτερη, σχεδόν βιωματική, σχέση που έχει αναπτύξει με το θέμα, καθώς και την εννοιολογική προσέγγιση στην οποία η ισχυρή ιδέα συμβιώνει με την υψηλή τεχνική, που αποκαλύπτεται από την άψογη φωτογράφιση in situ. Η σχέση ανάμεσα στην αισθητική και τη γνωστική αξία είναι αμοιβαία, το ωραίο, ίσως και το μαγικό, είναι παρόν και απρόσιτο μαζί.

Γιάννης Μπόλης - Δόμνα Γούναρη

Χριστόφορος Δουλγέρης

Χριστόφορος Δουλγέρης

Ο Χριστόφορος Δουλγέρης ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και φωτογραφία στο Camberwell College of Arts του Λονδίνου. Η δουλειά του εστιάζει στον μαγικό ρεαλισμό, φωτογραφίζοντας είτε λεπτομέρειες αφηρημένης και αστικής αρχιτεκτονικής είτε οικεία πορτραίτα από το περιβάλλον της καθημερινότητάς του. Οι έννοιες του τόπου και της ταυτότητας είναι θέματα στα οποία επανέρχεται το έργο του. Ο Χριστόφορος ψηφίστηκε «Φωτογράφος της χρονιάς για το 2014» από το περιοδικό Athens Voice. Μοιράζεται τον χρόνο του μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας. 
Ο Gérard A. Goodrow επιμελήθηκε την πιο πρόσφατη έκθεση έργων του Χριστόφορου Δουλγέρη (μαζί με τους Konrad Klapheck και Willem Harbers) με τίτλο The Secret Life of the Machines. Εκπροσωπείται από την Donopoulos IFA Gallery στη Θεσσαλονίκη και την Franzis Engels Gallery στο Άμστερνταμ. 
Ο Χριστόφορος Δουλγέρης έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από πενήντα εκθέσεις σε μουσεία και γκαλερί στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Επιλογή: Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (Θεσσαλονίκη), Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Κρήτης (Ρέθυμνο), Μπιενάλε Φωτογραφίας 2010 & 2014, Μουσείο Φωτογραφίας (Θεσσαλονίκη), Fotonoviembre 2013 & 2015, Διεθνής Μπιενάλε Φωτογραφίας, Centro de Fotografia Isla de Tenerife (Τενερίφη, Ισπανία), Εργοστάσιο Τεχνών Σαντορίνης, Medphoto Festival (Ηράκλειο Κρήτης), Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (Αθήνα), Descartes project space (Ντίσελντορφ, Γερμανία), Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων (Κρήτη), Linshui Photography Festival (Linshui, Κίνα), Πρεσβεία της Κυπριακής Δημοκρατίας, Σπίτι της Κύπρου (Αθήνα), CAID - Scientia et Ars (Αθήνα), Künstlergemeinschaft Hawerkamp (Münster, Γερμανία), Franzis Engels Gallery (Άμστερνταμ, Ολλανδία).
Ατομικές εκθέσεις του έχουν φιλοξενηθεί, μεταξύ άλλων, στα εξής μουσεία και ιδρύματα: Εργοστάσιο Τεχνών Σαντορίνης, Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Κρήτης (Ρέθυμνο), Künstlergemeinschaft Hawerkamp (Münster, Γερμανία), Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων. Ο Χριστόφορος Δουλγέρης έχει συνεργαστεί με πολλούς διεθνείς επιμελητές, όπως οι: Μαρία Μαραγκού, Δρ. Θάλεια Βραχοπούλου (Ph.d.), Βαγγέλης Ιωακειμίδης, Gérard A. Goodrow, Δόμνα Γούναρη, Γιάννης Μπόλης, Σωζήτα Γκουντούνα, Μεγακλής Ρογκάκος, Γιώργος Γεωργακόπουλος και Σταύρος Καβαλάρης.